ἐκδόχιον
ἐκδόχιον, a reservoir
ἐκδόχ-ιον, τό,
- = ἐκδοχεῖον, ὕδατος Inscr.Prien. 208 (i B.C.); ἰχθύων θήρας ἐ. Dion.Byz. 28: metaph., Μουσάων μυστικὸν ἐ. AP 14.60.
ἐκδόχιον, ου (τὸ) c. ἐκδοχεῖον, Anth. 14, 60.
Étym. neutre du suiv.
ἐκδόχιον, τό, = ἐκδοχεῖον, μουσάων Aenigm. 21 (XIV.60).
ἐκδόχιον, ου, τό,
ἐκδέχομαι
- a reservoir, Anth.