About Report a problem

Menu

ἐκθόοντας

ἐκθόοντας· ἐξερχομένους, Hsch. (leg. -θέοντας). ἐκθοράξει· ἐκδιώξει, Id. (fort. ἐκθράξει,
  • = ἐκταράξει).

Saved

Recent