ἐκθεωτικός
ἐκθεωτικός, divinizing
ἐκθε-ωτικός, ή, όν,
- divinizing, Procl. in Prm. p.838 S., in Ti. 3.205 D.
deífico, que hace partícipe de la naturaleza divina
τὸ πλῆθος τῶν θεῶν, τὸ πάσης ἐκθεωτικὸν τῆς τοῦ ὄντος ὑποστάσεως
δυνάμεις
ἐκθεωτικός, ή, όν, vergötternd, Sp.