ἐκκάθαρσις
ἐκκάθαρσις, complete cleansing, purification
ἐκ-κάθαρσις [κᾰ], εως, ἡ,
- complete cleansing, purification, Muson. Fr. 20 p.111 H.
- 2 sweeping out, Hierocl. in CA 14 p.451 M.
- 3 polishing up, θυρᾶν IG 4.1484.283 (Epid.).
I limpieza
θυρᾶν
δύτας
τῆς δεξαμενῆς
τοῦ ἱπποδρό[μ]ου
τοῦ χαλκεῶνος
τοῦ ὕδατος [ἐκκαθάρ]σιος ἐκ τοῦ προδόμο[υ
II
1 medic. purga
προθεσμία τῆς ἐκκαθάρσεως
2 fig. expurgación
τῶν λυμαινομένων παθῶν
ἐκκάθαρσις, εως (ἡ) [κᾰ] purification, Hiérocl. C. aur. p 451 Mullach ; Muson. 203.
Étym. ἐκκαθαίρω.
ἐκκάθαρσις, ἡ, die Reinigung, Muson. bei Stob.