ἐλαχιστότης
ἐλαχιστότης, exiguitas
ἐλᾰχιστ-ότης, ητος, ἡ,
- = exiguitas, Gloss.
pequeñez
πρὸς τὴν ἐμὴν ἐλαχιστότητα
τῆς ἡλικίας
•
exiguitas
ἐλαχιστότης, exiguitas
pequeñez
πρὸς τὴν ἐμὴν ἐλαχιστότητα
τῆς ἡλικίας
•
exiguitas