ἐλαχύνωτος
ἐλαχύνωτος, short-backed
ἐλᾰχύ-νωτος [ῠ], ον,
- short-backed, prob. in Pi. Pae. 4.14.
de estrecho dorso, e.e., pequeño
νᾶσος
ἐλᾰχύνωτος
- 1with short ridge Κάρθαι[α ἐλα]χύνωτον στέρνον χθονός[ (vel βρα]χύνωτον supp. G-H.) Πα. 4. 14 ἐ]λαχύν[ωτο Πα. 7a. 6.