ἐλλοχάω
ἐλλοχάω, lie in ambush
- lie in ambush (λόχος), Pl. Tht. 165d:—Med., Phalar. Ep. 5.
- II lie in wait for, τινά Pl. Smp. 213b, Ael. NA 6.4.
- III Pass., ἐλλοχᾶσθαι κακοῖς to be filled with lurking mischiefs, Alciphr. 2.3.
I
1 intr., c. suj. de pers. estar emboscado
ἐλλοχῶν ... πελταστικὸς ἀνήρ
• c. suj. de anim. estar al acecho
μέλισσαι
λέαινα ...
• fig. c. suj. de abstr.
ὅτῳ ... ἐλλοχῶσιν αἱ πλεονεξίαι καὶ ἐπιθυμίαι τῶν ἀδικιῶν
• tb. fig., del fuego residual estar latente Ph.2.505.
2 en v. med. estar lleno de asechanzas
(τοῦ Νείλου) ταῖς δίναις ἐλλοχωμένου τοσούτοις κακοῖς
II tr. acechar c. suj. de anim.
(θηρίον Ἰνδικόν) ἀναιρεῖ δὲ ἀνθρώπους πολλούς. καὶ οὐ καθ' ἕνα ἐλλοχᾷ
οἱ δράκοντες ... ἐλλοχῶσι τὰς ποίμνας
οἱ πολύποδες ... τοὺς ἰχθῦς ἐλοχῶντες
• c. suj. de pers. aguardar emboscado
νεανίσκοι ... ἐνελόχησαν ἐπανιόντα (Σωκράτην)
• fig. de pers.,
ἐλλοχῶν αὖ με ἐνταῦθα κατέκεισο