ἔλλοπος
ἔλλοπος, ὁ,
- v. ἔλλοψ I. ἐλλοπώ· ἀγαθήν, Hsch.
mudo, silencioso
ἤδη γάρ ποτ' ἐγὼ γενόμην ... ἔξαλος ἔ. ἰχθύς
ἔλλοπος, ου (ὁ) c. ἔλλοψ, Empéd. 12 Mullach.
ἔλλοπος, ὁ, der Fisch, Empedocl. 470. Vgl. ἔλλοψ.