ἐμβιβάσκω
ἐμβῐβ-άσκω,
- = foreg. [ἐμβιβάζω], πρόβατα εἰς τὸ τέμενος IG 12(7).62.36 (Amorgos).
introducir, meter dentro
πρόβατα εἰς τὸ τέμενος
introducir, meter dentro
πρόβατα εἰς τὸ τέμενος