ἔμβλεψις
ἔμβλεψις, looking at
ἔμ-βλεψις, εως, ἡ,
- looking at, Hp. Epid. 7.7.
medic. mirada
ἐμβλέψιες ὀφθαλμῶν πονηραί
τῶν ὀφθαλμῶν πυκνὴ κίνησις καὶ ἔ.
ἐμβλέψιες ἐμφρονώδεις σφόδρα
ἔμβλεψις, εως (ἡ) regard, Hpc. 1211f.
Étym. ἐμβλέπω.
ἔμβλεψις, ἡ, Anblick, Blick, Hippocr.