ἐμβιοτεύω
ἐμβιοτεύω, flourish in
ἐμβῐ-οτεύω, of epilepsy,
- flourish in certain conditions, Aret. CD 1.4.
1 vivir
κείνοισιν δώσει θεὸς ἄφθιτος <ἐμ>βιοτεύειν
• c. dat. vivir en
οἱ κύνες ... τῷ ῥύπῳ ἐκ τῆς πόλεως ἐκβαλλομένῳ ἐμβιοτεύοντες
ὅσα τῷ ἀέρι ἐμβιοτεύει
τῇ ἐρημίᾳ
• fig.
ἡ ξυνήθης τῷ κακῷ δίαιτα, ἐν ᾗ ἐμβιοτεύει ἡ νοῦσος
2 en v. med. formar parte de la vida de uno
οὐκ ἔκ τινος εἱμαρμένης ἢ ἀνάγκης ἀρετὴν ἢ κακίαν ἐνβιοτεύεσθαι
ἐμ·βιοτεύω, vivre dans, s’enraciner dans, avec ἐν et le dat. Arét. Cur. m. diut. 1, 4.
Étym. ἐν, β.
ἐμβιοτεύω, = ἐμβιόω, Sp.