ἐνευφραίνομαι
ἐνευφραίνομαι,
- = εὐφραίνομαι ἐν . ., LXX Pr. 8.31, Ph. 1.232, al.
alegrarse, regocijarse, deleitarse
ἐν υἱοῖς ἀνθρώπων
θεωρίᾳ τοῦ κόσμου
τῇ Χριστοῦ ... εἰρήνῃ
ἐναγαλλιᾶσθαι καὶ ἐνευφραίνεσθαι τῷ Θεῷ
σοι
ἐν·ευφραίνομαι, se réjouir de ou dans, dat. Spt. Prov. 8, 31 ; Phil. 1, 231, 335.
ἐνευφραίνομαι, sich wobei freuen, fröhlich sein, LXX.