ἐνεχυρίασμα Save DGE Bailly 2024 ἐνεχυρίασμα -ματος, τό prenda, garantía, PHamb.10.42 (II d.C.), ἐδόθης ἐ. τῷ ὄφει Mart.Phil.V 9. ἐνεχυρίασμα, ατος (τὸ) [ῠ] c. ἐνεχύρασμα, NT. Phil. 9. Étym. ἐνεχυριάζω.