ἐξυδατωτικός
ἐξυδατωτικός, tending to make watery
ἐξῠδᾰτ-ωτικός, ή, όν,
- tending to make watery, Sor. 1.98.
ἐξυδατωτικός, ή, όν [ῠᾰ] qui a la propriété d’amollir, Sor. Obst. p. 153 Erm.
Étym. ἐξυδατόω.