ἐπέγκλημα Save ἐπέγκλημα, accusation LSJ Bailly 2024 ἐπέγ-κλημα, ατος, τό, accusation, Sopat. in Rh. 5.209 W. ἐπέγκλημα, ατος (τὸ) accusation, Sopater (W. 5, 269). Étym. ἐπεγκαλέω.