ἐπεγχείρησις Save Bailly 2024 Pape ἐπεγχείρησις, εως (ἡ) c. ἐγχείρησις, Jos. A.J. 15, 4, 2. Étym. ἐπεγχειρέω. ἐπεγχείρησις, ἡ, = ἐγχείρησις, Galen.