ἐπεξηγηματικός
ἐπεξηγηματικός, epexegetical
ἐπεξ-ηγημᾰτικός, ή, όν,
- epexegetical, Sch. Pl. Phd. 64d.
ἐπεξηγηματικός, ή, όν, dabei, dazu erklärend.
ἐπεξηγηματικός, epexegetical