ἐπιπειράομαι
ἐπιπειράομαι, do violence to
ἐπιπειράομαι,
- do violence to a woman, c. acc., Leg.Gort. 2.17, cf. Hsch. ἐπιπείρει (sic): μοιχεύεται, ἢ μοιχεύει.