ἐπιπροσθετέω
ἐπιπροσθετέω, occult
ἐπιπροσ-θετέω,
- occult, τὰ -οῦντα Phld. Sign. 10.
- 2 metaph. of nutriment, τροφὴ -ηθεῖσα Hp. Alim. 4.
ἐπιπροσθετέω, occult