ἐπιπρονέομαι
ἐπιπρονέομαι, go forth towards
ἐπιπρο-νέομαι, = foreg., A.R. 4.1588.
ἐπι·προνέομαι (3 pl. impf. poét. ἐπιπρονέοντο) s’avancer, A. Rh. 4, 1588.
ἐπιπρονέομαι, vorwärts gehen, Ap.Rh. 4.1588.
ἐπιπρονέομαι, go forth towards