ἐπισύνθετος
ἐπισύνθετος, compound
ἐπισύν-θετος, ον,
- compound: hence -σύνθετον (sc. μέτρον), τό, metre composed of κῶλα of different γένη, Heph. 15.10.
ἐπισύνθετος, ος, ον, composé, Clém. 667 ; μέτρον ἐπισύνθετον, Héph. 15, 12 et 27, mètre dipenthémimère.
Étym. ἐπισυντίθημι.
ἐπισύνθετος, zusammengesetzt, Clem.Al.