ἐπιόπτης Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπιόπτ-ης, ου, ὁ, poet. for ἐπόπτης, βοτῶν Hom. Epigr. 11. ἐπι·όπτης, c. ἐπόπτης, Hom. Epigr. 12. ἐπιόπτης, poet. = ἐπόπτης, H. ep. 12.