ἐπιορκοσύνη
ἐπιορκ-οσύνη, ἡ,
- = ἐπιορκία, AP 12.250.6 (Strat.).
ἐπιορκοσύνη, ης (ἡ) c. ἐπιορκία, Anth. 12, 250.
ἐπιορκοσύνη, ἡ, = ἐπιορκία, Strat. 89 (XII.250).
ἐπιορκοσύνη, ἡ,
= ἐπιορκία, Anth.