ἐρωτομανέω
ἐρωτο-μᾰνέω,
- = ἐρωμανέω, Stoic. ap. Stob. 2.7.5b9 (dub.), Poll. 3.68.
ἐρωτομανέω-ῶ [ᾰ] être fou d’amour, Stoïc. (Stob. Ecl. 2, 118).
Étym. ἐρωτομανής.
ἐρωτομανέω, = ἐρωμανέω, Poll. 3.68.