ἑλεόθρεπτος
ἑλεόθρεπτος, marsh-bred
ἑλεόθρεπτος, ον, (ἕλος)
- marsh-bred, σέλινον Il. 2.776, Nic. Th. 597.
ἑλεό·θρεπτος, ος, ον, c. ἑλειότροφος, Il. 2, 776.
ἑλεόθρεπτος
ἑλεό-θρεπτος, ον
ἕλος, τρέφω
- marsh-bred, Il.