ἑτοιμόσβεστος Save Bailly 2024 Pape ἑτοιμό·σβεστος, ος, ον, prêt à s’éteindre, Chrys. 9, 808 a Migne. Étym. ἕ. σβέννυμι. ἑτοιμόσβεστος, leicht erlöschend, Sp.