ἐτνίτης Save LSJ Pape ἐτν-ίτης, Dor. ἐτν-ίτας [ῑ], ἄρτος, ὁ, = λεκιθίτης, Eucrat. ap. Ath. 3.111b, Seleuc. ib. 114b. ἐτνίτης, [ῑ], dor. ἐτνίτας, ἄρτος, = λεκιθίτης, Ath. III.114b.