ἑτοιμοτόμος
ἑτοιμοτόμος, ready for cutting
ἑτοιμο-τόμος, ον,
- ready to cut, χεῖρες AP 9.282 (Antip. Thess.).
ἑτοιμο·τόμος, ος, ον, prêt à couper, Anth. 9, 282.
Étym. ἕ. τέμνω.
ἑτοιμοτόμος, χεῖρες, zum Schneiden bereit, Antip.Thess. 40 (IX.282).
ἑτοιμοτόμος
ἑτοιμο-τόμος, ον
τέμνω
- ready for cutting, Anth.