ἑτός
ἑτός, ή, όν, verb. Adj. of ἵημι,
- sent, only in compds., as ἀν-ετός, ἀφ-ετός. ἔτρᾰγον, aor. 2 of τρώγω. ἔττακαν· ἔστησαν, Hsch.