ἔγγλαυκος
ἔγγλαυκος, blueish
ἔγγλαυκ-ος, ον,
- blueish, D.S. 1.12.
azulado
ἡ πρόσοψις (τοῦ ἀέρος)
ἔγ·γλαυκος, ος, ον, bleuâtre, DS. 1, 12.
Étym. ἐν, γλαυκός.
ἔγγλαυκος, bläulich, DS. 1.12 u. a.Sp.
ἔγγλαυκος, blueish
azulado
ἡ πρόσοψις (τοῦ ἀέρος)