ἔφαμμα
ἔφαμμα, upper garment
ἔφαμμ-α, ατος, τό,
- = ἐφαπτίς, Plb. 2.28.8.
ἔφαμμα, ατος (τὸ) c. ἐφαπτίς, Pol. 2, 28, 8.
ἔφαμμα, τό, = ἐφαπτίς, sagum, Pol. 2.28, S.
ἔφαμμα, upper garment