Ἑλλανίς
Ἑλλανίς, of Greece
Ἑλλανίς, v. Ἑλληνίς.
Ἑλλᾱνίς f. adj.,
- 1of Greece Ἑλλανίδα στρατιὰν P. 11.50 διαγινώσκομαι μὲν ἀρεταῖς ἀέθλων Ἑλλανίσιν hypallage, exploits in the games of Greece Pae. 4.23