ἕλκωσις
ἕλκωσις, ulceration
- ulceration, Hp. Aph. 3.21, Th. 2.49, Ph. 2.1co; of plants, Thphr. CP 1.14.2, al.
1 medic. ulceración
ἑλκώσεως αὐτῇ (τῇ κοιλίᾳ) ἰσχυρὰς ἐγγιγνομένης
ἕ. δὲ καὶ κυήσεως ἀρχή
ἕνεκεν ... τῶν πυρωδῶν ἑλκώσεων
στομάτων ἑλκώσιες
τῶν νεφρῶν ἢ τῆς κύστιος ἕ.
κατὰ τῆς δορᾶς ἁπάσης ἕ.
πρὸς τὰς ἐν ὑστέρᾳ ἑλκώσεις
φθίσις ἐστὶ κυρίως ἕ. τοῦ πνεύμονος
2 bot. incisión, corte, herida en la poda de árboles
εἰς βάθος ἡ τρῶσις καὶ ἕ.
ἐκ τῆς ἑλκώσεως τῆς περὶ τὴν τομήν
- ulceration, Thuc.