Ἑλληνοδίκαι Save LSJ Pape Ἑλληνο-δίκαι, Ἑλληνο-δικέω, v. Ἑλλᾱνοδίκαι, Ἑλλᾱνοδικέω. Ἑλληνοδίκαι, οἱ, ion. = Ἓλλανοδίκαι.