Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἑλληλιανός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐλλεβοροσήματα
ἐλλεβοροστρώννυμι
ἐλλεδανοί
ἐλλεδανός
ἔλλειγμα
ἔλλειμμα
ἔλλειν
ἐλλειπ-
ἐλλειπασμός
ἐλλειπής
ἐλλειπόντως
ἐλλειπτικός
ἐλλειπτικῶς
ἐλλείπω
ἐλλειπῶς
ἐλλείχω
ἔλλειψις
Ἐλλέπορος
ἔλλερα
ἔλλερος
Ἐλλεροφόντης
Ἐλλεσίη
ἔλλεσχος
ἔλλετε
ἔλλευκος
Ἕλλη
Ἐλλήγηρις
ἐλλήγω
ἑλλήθεις
ἐλληκέω
Ἑλληλιανός
Ἔλλημος
Ἕλλην
Ἑλληνάρχης
ἑλληνάρχης
Ἕλληνες
ἑλληνίζω
Ἑλληνικός
ἑλληνικός
Ἑλληνικῶς
Ἑλλήνιος
Ἑλληνίς
Ἑλληνισμός
ἑλληνισμός
ἑλληνιστάριος
Ἑλληνιστής
ἑλληνιστής
Ἑλληνιστί
ἑλληνιστί
Ἑλληνογαλάται
Ἑλληνοδίκαι
Ἑλληνοδίκης
ἑλληνοκοίτης
Ἑλληνοκοπέω
ἑλληνοκοπέω
Ἑλληνομεμφῖται
Ἑλληνομεμφίτης
Ἑλληνόπολις
Ἑλληνοπολίτης
Ἑλληνοπόντιος
ἑλληνοταμία
…
Ἑλληλιανός
Save
DGE
Ἑλληλιανός
-ά, -όν
heleliano
miembro de una secta judía, Iust.Phil.
Dial
.80.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}