ἠεροδίνης
ἠεροδίνης, wheeling in mid air
ἠερο-δίνης [ῑ], εω, ὁ,
- wheeling in mid air, αἰετός AP 9.223 (Bianor).
ἠερο·δίνης, v. *ἀεροδίνης.
ἠεροδίνης
ἠερο-δί_νης, ες
- wheeling in mid air, Anth.