ἠερομήκης
ἠερομήκης, high as heaven
ἠερο-μήκης, ες, Ep. for ἀερ-,
- high as heaven, Orph. A. 924.
ἠερο·μήκης, v. *ἀερομήκης.
ἠερομήκης, ες (luft-), himmelhoch, Orph. Arg. 922.
ἠερομήκης, high as heaven