ἡμίβροτος
ἡμίβροτος, half-man
ἡμί-βροτος, ον,
- half-man, ἵππος ἡ. a centaur, Opp. C. 2.7.
ἡμί·βροτος, ος, ον, à moitié homme, Opp. C. 2, 7.
Étym. ἡμι-, βροτός.
ἡμίβροτος, ἵπποι, Halb-Mensch, Opp. Cyn. 2.7.