ἡμιαστραγάλιον
ἡμιαστραγάλιον, creature with only one
ἡμι-αστρᾰγάλιον [ᾰλ], τό,
- creature with only one ἀστράγαλος, Arist. HA 499b25 (v.l. ἡμι-αστράγαλος).
ἡμι·αστραγάλιον, ου (τὸ) [ῐᾰᾰ] demi-astragale ou osselet, Arstt. H.A. 2, 1, 33.
Étym. ἡμι-, ἀστράγαλος.
ἡμιαστραγάλιον, halber ἀστράγαλος, Arist. H.A. 2.1 ; ἡμιαστραγάλῳ ist f.l.