ἡμιγύναιξ
ἡμιγύναιξ, half-woman
ἡμι-γύναιξ [ῠ], αικος, ὁ, ἡ,
- half-woman, Simon. 179.9, Suid. s.v. ἄρρεν:—also ἡμι-γύναιος [ῠ], ον, Id. s.v. Πολύευκτος.
*ἡμι·γύναιξ [ῐῠ] seul. à l’acc. ἡμιγύναικα, adj. m. à moitié femme, Anth. 6, 217.
Étym. ἡμι-, γυνή.
ἡμιγύναιξ, ἡμιγύναικα im acc., Simonid. 106 (VI.217), Halbweib, = ἡμίανδρος.