ἡμίγραμμον
ἡμίγραμμον, half a scruple
ἡμί-γραμμον, τό, (γράμμα II.5)
- half a scruple, Hippiatr. 22.
ἡμί·γραμμον, ου (τὸ) demi-gramme, Hippiatr. p. 78.
Étym. ἡμι-, γράμμα.
ἡμίγραμμον, τό, Gewicht, = Obol, Hippiatr.