ἡμιτριταϊκός Save LSJ Bailly 2024 Pape ἡμι-τριταϊκός, ή, όν, Ptol. Tetr. 199. ἡμι·τριταϊκός, ή, όν [ρῐ] c. le suiv. Procl. Ptol. p. 277. ἡμιτριταϊκός, = ἡμιτριταῖος, halb dreitägig, vom Fieber, Medic.