ἡμιφόρμιον
ἡμιφόρμιον, half a φορμός
ἡμι-φόρμιον, τό,
- half a φορμός, Demioprat. ap. Poll. 10.169.
ἡμιφόρμιον, τό, halber Korb, Poll. 10.160.
ἡμιφόρμιον, half a φορμός