ἡμιφάλακρος
ἡμιφάλακρος, half-bald
ἡμι-φάλακρος [φᾰ], ον,
- half-bald, AP 11.132 (Lucill.).
ἡμι·φάλακρος, ος, ον [ῐφᾰ] à moitié chauve, Anth. 11, 132.
Étym. ἡμι-, φ.
ἡμιφάλακρος, halb kahlköpfig, Lucill. 80 (XI.132).
ἡμιφάλακρος
ἡμι-φάλακρος, ον
- half-bald, Anth.