ἡμιτέλειος Save Bailly 2024 Pape ἡμι·τέλειος, α, ον, c. le suiv. DH. 5, 73 Reiske. Étym. ἡμι-, τέλειος. ἡμιτέλειος, α, ον, = ἡμιτελής, φωνή, Dion.Hal. C.V. 14 p. 158, l.d.