ἰχαίνω
ἰχαίνω [ῑ],
- = sq., ὅσσα δʼ ἐμεῖο σέθεν παρὰ θυμὸς ἀκοῦσαι ἰχαίνει Call. Aet. 1.1.22 [Fr. 178.22 Pf.], cf. EM 568.7.