ἰχθυακός
ἰχθυ-ᾰκός, ή, όν,
- = ἰχθυϊκός, ζῴδια, Cat.Cod.Astr. 1.160.
- II ἰχθυ-ᾰκὴ πύλη, ἡ, fish-gate, Aq., Sm., Thd. Ze. 1.10: cf. ἰχθυϊκός