ἰχθύκεντρον
ἰχθύκεντρον, trident
ἰχθῠ-κεντρον, τό,
- trident, Poll. 10.133, Paus.Gr. Fr. 216: ἰχθῠόκεντρον, Hsch., Suid.
ἰχθύκεντρον, τό, = ἰχθυόκεντρον, Poll. 10.133.