ἰχθυοβολεύς Save LSJ Pape ἰχθῠο-βολεύς, ἰχθῠο-βόλος, = ἰχθυβ-, Phot., Eust. 191.33. ἰχθυοβολεύς, ὁ, = ἰχθυβολεύς, VLL.