ἰωλία
ἰωλία, ἡ, (ἰά)
- = φήμη, δειλή, Hsch. ἰῶλκα, = αὔλακα, Id., Cyr.; cf. ὦλκα. ἴωλον· μέλαν, Hsch. ἱών, ἱώνγα, ἱώνει, Boeot. for ἐγώ, ἔγωγε, ἐγώνη, v. ἐγώ.